Το φτέρνισμα, η καταρροή και το μπούκωμα είναι συμπτώματα που μπορούν εύκολα να μπερδέψουν έναν ασθενή. Πολλές φορές δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για ένα απλό κρυολόγημα ή για αλλεργία, ειδικά όταν η ενόχληση ξεκινά ήπια και επιμένει.
Η διάκριση έχει σημασία, γιατί δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το κρυολόγημα είναι συνήθως κάτι παροδικό, ενώ η αλλεργία μπορεί να επανέρχεται, να κρατά περισσότερο και να συνδέεται με συγκεκριμένους παράγοντες, όπως η γύρη, η σκόνη ή η επαφή με ζώα.
Όταν τα ίδια συμπτώματα αφήνουν αμφιβολία
Και στην αλλεργία και στο κρυολόγημα μπορεί να υπάρχουν φτέρνισμα, καταρροή, μπούκωμα και ενόχληση στη μύτη. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αρκετοί ασθενείς δεν μπορούν εύκολα να καταλάβουν τι τους συμβαίνει, ιδιαίτερα στις πρώτες ημέρες.
Η ομοιότητα όμως στα βασικά συμπτώματα δεν σημαίνει ότι οι δύο καταστάσεις είναι ίδιες. Χρειάζεται να δούμε λίγο πιο προσεκτικά τη συνολική εικόνα: πόσο κρατούν τα συμπτώματα, αν επανέρχονται, αν υπάρχει φαγούρα, αν υπάρχουν ενοχλήσεις στα μάτια και αν σχετίζονται με συγκεκριμένους χώρους ή εποχές.
Τι δείχνει περισσότερο προς αλλεργία
Η αλλεργία συχνά συνοδεύεται από φαγούρα στη μύτη, στα μάτια ή στον λαιμό. Μπορεί επίσης τα μάτια να κοκκινίζουν, να φαγουρίζουν ή να “τρέχουν”. Σε αρκετές περιπτώσεις τα συμπτώματα εμφανίζονται σε συγκεκριμένες εποχές, όπως την άνοιξη, ή σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, όπως σε χώρο με σκόνη, υγρασία ή επαφή με κατοικίδια.
Ένα ακόμη στοιχείο είναι η επανάληψη. Όταν η ίδια εικόνα εμφανίζεται ξανά και ξανά, με παρόμοιο τρόπο, η πιθανότητα αλλεργίας αυξάνεται. Το ίδιο ισχύει και όταν τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς από ένα απλό κρυολόγημα.
Η αλλεργία δεν εμφανίζεται συνήθως με πυρετό. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κατάσταση χωρίς πυρετό είναι αλλεργία, αλλά είναι ένα στοιχείο που βοηθά στη διαφοροποίησή τους.
Πότε η εικόνα μοιάζει περισσότερο με κρυολόγημα
Το κρυολόγημα συχνά συνοδεύεται από πονόλαιμο, κακουχία, βήχα ή πυρετική κίνηση. Συνήθως ξεκινά, κάνει τον κύκλο του και βελτιώνεται μέσα σε λίγες ημέρες. Δεν έχει απαραίτητα το μοτίβο της επανάληψης που συχνά βλέπουμε στην αλλεργία.
Αν υπάρχει έντονη κόπωση, πόνος στον λαιμό ή αίσθημα ότι “αρρωσταίνετε”, το κρυολόγημα ή μια άλλη λοίμωξη είναι συχνά πιο πιθανή εξήγηση. Και πάλι όμως, δεν αρκεί ένα μόνο σύμπτωμα για να ξεχωρίσουμε τι συμβαίνει.
Τι βοηθά να βγάλουμε άκρη στην πράξη
Αν τα συμπτώματα κρατούν λίγες ημέρες και μετά υποχωρούν, είναι πιο πιθανό να πρόκειται για λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού. Αν όμως επιμένουν, επανέρχονται συχνά ή φαίνεται να συνδέονται με συγκεκριμένα ερεθίσματα, τότε η αλλεργία γίνεται πιο πιθανή.
Η φαγούρα είναι συχνά ένα από τα πιο χρήσιμα στοιχεία. Όταν υπάρχει έντονη φαγούρα στη μύτη ή στα μάτια, αυτό ταιριάζει περισσότερο με αλλεργική εικόνα παρά με κοινό κρυολόγημα. Το ίδιο ισχύει όταν τα μάτια κοκκινίζουν ή τρέχουν χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα λοίμωξης.
Η διάρκεια επίσης έχει σημασία. Το κρυολόγημα συνήθως περνά. Η αλλεργία μπορεί να επιμένει, να κάνει εξάρσεις και υφέσεις ή να επανέρχεται κάθε φορά που ο ασθενής εκτίθεται στο ίδιο αλλεργιογόνο.
Γιατί δεν αρκεί ένα μόνο σύμπτωμα
Το ότι κάποιος φτερνίζεται δεν σημαίνει αυτόματα ότι έχει αλλεργία. Ούτε κάθε μπούκωμα είναι αλλεργικό. Αντίστοιχα, το ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται την άνοιξη δεν αρκεί από μόνο του για να μπει διάγνωση.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Μπορεί επίσης μια αλλεργία να συνυπάρχει με κάποια λοίμωξη ή ένας ασθενής να αποδίδει στην “αλλεργία” κάτι που στην πραγματικότητα χρειάζεται διαφορετική αξιολόγηση. Για αυτό έχει σημασία να μην βασίζεται κανείς μόνο σε μία εντύπωση ή σε μία μεμονωμένη ημέρα συμπτωμάτων.
Πότε αξίζει να μιλήσετε με αλλεργιολόγο
Αξίζει να μιλήσετε με αλλεργιολόγο όταν τα συμπτώματα επιμένουν, όταν επανέρχονται συχνά, όταν επηρεάζουν τον ύπνο ή την καθημερινότητα ή όταν φαίνεται να σχετίζονται με συγκεκριμένους παράγοντες, όπως η σκόνη, η γύρη ή η επαφή με κατοικίδια.
Επίσης, αν αυτό που μοιάζει με “κρυολόγημα” επιστρέφει συχνά με τον ίδιο τρόπο, αν συνοδεύεται από έντονη φαγούρα ή αν δεν είναι ξεκάθαρο τι πραγματικά συμβαίνει, τότε χρειάζεται πιο στοχευμένη αξιολόγηση.
Η σωστή διάγνωση δεν βοηθά μόνο στη θεραπεία. Βοηθά και τον ασθενή να καταλάβει καλύτερα το σώμα του, να αναγνωρίζει πότε κάτι τον επιβαρύνει και να ξέρει πότε χρειάζεται ιατρική καθοδήγηση.
