Πολλοί ασθενείς ζουν για καιρό με συμπτώματα που θεωρούν «κάτι απλό». Φτέρνισμα, μπούκωμα, βήχας, φαγούρα, εξανθήματα ή ενοχλήσεις μετά από τροφές και φάρμακα συχνά αποδίδονται πρόχειρα σε ένα κρυολόγημα, σε «ευαισθησία» ή σε κάτι που θα περάσει μόνο του.
Δεν χρειάζεται όμως κάθε ενόχληση να αντιμετωπίζεται έτσι. Όταν τα συμπτώματα επιμένουν, επανέρχονται ή επηρεάζουν την καθημερινότητα, έχει σημασία να διερευνηθεί αν υπάρχει αλλεργική νόσος και ποια είναι η σωστή αντιμετώπιση. Η αξιολόγηση από αλλεργιολόγο δεν γίνεται μόνο για να δοθεί μια διάγνωση, αλλά και για να καταλάβει ο ασθενής τι πραγματικά του συμβαίνει.
Όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιστρέφουν
Ένας από τους πιο συχνούς λόγους για να απευθυνθεί κάποιος σε αλλεργιολόγο είναι η επανάληψη των ίδιων συμπτωμάτων. Αν το φτέρνισμα, η καταρροή, το μπούκωμα, η φαγούρα στη μύτη ή στα μάτια εμφανίζονται ξανά και ξανά, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες εποχές ή σε συγκεκριμένους χώρους, τότε η αλλεργία είναι μια πιθανότητα που χρειάζεται έλεγχο.
Το ίδιο ισχύει και όταν ο βήχας επιμένει χωρίς να εξηγείται εύκολα, όταν υπάρχει συριγμός ή αίσθημα βάρους στο στήθος, ή όταν ένα παιδί ή ενήλικας φαίνεται να έχει “συχνά το ίδιο πρόβλημα” χωρίς σαφή αιτία. Η επανάληψη είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοείται.
Ποια προβλήματα συχνά χρειάζονται αλλεργιολογική εκτίμηση
Αλλεργιολογική αξιολόγηση μπορεί να χρειάζεται όταν υπάρχουν συμπτώματα από διαφορετικά συστήματα του σώματος. Από το αναπνευστικό, τα πιο συχνά είναι η αλλεργική ρινίτιδα, ο επίμονος βήχας, ο συριγμός και η υποψία άσθματος. Από το δέρμα, συχνές αιτίες αξιολόγησης είναι τα εξανθήματα, η κνίδωση, το έκζεμα και οι αντιδράσεις που επανέρχονται χωρίς να είναι σαφές τι τις προκαλεί.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν επίσης οι αντιδράσεις μετά από τροφές ή φάρμακα. Όταν εμφανίζεται πρήξιμο, φαγούρα, εξάνθημα, βήχας, δύσπνοια ή άλλη αντίδραση μετά από κάτι που φάγαμε ή πήραμε ως αγωγή, δεν αρκεί μια πρόχειρη υπόθεση. Χρειάζεται εκτίμηση για να ξεκαθαριστεί αν πρόκειται πράγματι για αλλεργία και τι σημαίνει αυτό στην πράξη.
Τι μπορεί να ξεκαθαρίσει ο αλλεργιολογικός έλεγχος
Ο αλλεργιολογικός έλεγχος δεν είναι μια “τυπική διαδικασία” που γίνεται ίδια σε όλους. Βασίζεται πρώτα στο ιστορικό, δηλαδή στο πότε εμφανίζονται τα συμπτώματα, πόσο κρατούν, με τι σχετίζονται και πώς εξελίσσονται. Στη συνέχεια, όταν χρειάζεται, μπορεί να χρησιμοποιηθούν δερματικές δοκιμασίες, εξετάσεις αίματος ή άλλες κατάλληλες δοκιμασίες, ανάλογα με την περίπτωση.
Αυτό που ξεκαθαρίζει ο έλεγχος δεν είναι μόνο αν υπάρχει αλλεργία. Μπορεί επίσης να βοηθήσει να φανεί ποια αλλεργιογόνα σχετίζονται με τα συμπτώματα, αν υπάρχει ανάγκη για φαρμακευτική αγωγή, αν χρειάζονται μέτρα αποφυγής ή αν υπάρχει λόγος για πιο εξειδικευμένη παρακολούθηση. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ασθενής δεν χρειάζεται απλώς “ένα φάρμακο”, αλλά σωστή κατανόηση του προβλήματός του.
Τι δεν είναι σωστό να θεωρούμε «ασήμαντο»
Είναι συχνό κάποιος να συνηθίζει τα συμπτώματά του και να τα θεωρεί φυσιολογικά. Να λέει ότι «έτσι είμαι κάθε άνοιξη», «πάντα βήχω λίγο», «πάντα έχω εξανθήματα», ή «κάτι με πειράζει αλλά δεν ξέρω τι». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα που αξίζει να διερευνηθεί.
Δεν είναι επίσης σωστό να θεωρούμε ότι κάθε ενόχληση μετά από τροφή ή φάρμακο είναι σίγουρα αλλεργία, αλλά ούτε και να την απορρίπτουμε χωρίς έλεγχο. Το ίδιο ισχύει όταν ένα παιδί έχει συχνά μπούκωμα, βήχα ή δερματικές αντιδράσεις. Ούτε η υπερβολή βοηθά ούτε η αδιαφορία. Αυτό που χρειάζεται είναι σωστή αξιολόγηση.
Πότε δεν χρειάζεται αναβολή
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επικοινωνία με αλλεργιολόγο ή με γιατρό δεν πρέπει να καθυστερεί. Αυτό ισχύει όταν υπάρχουν επεισόδια δύσπνοιας, συριγμού, πρήξιμο στο πρόσωπο ή στον λαιμό, έντονες αντιδράσεις μετά από τροφή ή φάρμακο, ή συμπτώματα που δείχνουν ότι η κατάσταση μπορεί να είναι πιο σοβαρή.
Επίσης, όταν η καθημερινότητα επηρεάζεται ουσιαστικά — ο ύπνος, το σχολείο, η εργασία, η άσκηση ή η ποιότητα ζωής γενικότερα — η αξιολόγηση δεν είναι υπερβολή. Είναι το σωστό βήμα για να γίνει σαφές τι συμβαίνει και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί σωστά.
Η αλλεργιολογική εκτίμηση έχει αξία όχι μόνο όταν κάτι είναι “βαρύ”, αλλά και όταν ένα πρόβλημα επαναλαμβάνεται, μπερδεύει τον ασθενή ή δεν του επιτρέπει να λειτουργεί φυσιολογικά. Όσο πιο σωστά κατανοούμε τα συμπτώματα, τόσο πιο στοχευμένη και χρήσιμη μπορεί να γίνει η αντιμετώπιση.
